27/4/2010 Oμιλία του φιλόσοφου Κώστα Αξελού με θέμα « Επτά και ένα προβλήματα της εποχής μας»

27/04/2010 13:05  -  333 αναγνώσεις

Το θέμα αναπτύχθηκε στην Καζάρμα στις 28 Αυγούστου 1997. Ήταν η ευχαριστήρια απάντηση του φιλοσόφου, όταν η δημοτική αρχή, τιμώντας τη δράση και τη μνήμη του παππού του, Κωνσταντίνου Αξελού – Επάρχου Σητείας- τον ονόμασαν Επίτιμο Δημότη Σητείας.

Το πρώτο πρόβλημα είναι το οικονομικό πρόβλημα. Ο άνθρωπος και οι άνθρωποι, για να ζήσουν και για να αναπαραχθούν, χρειάζονται να φάνε, να πιουν, να κατοικήσουν, να ντυθούν, να συγκροτήσουν ομάδες. Δεν έχουμε πουθενά άνθρωπο μοναχικό, που να περιπλανιέται από το ένα σπήλαιο στο άλλο. Τα πράγματα που χρειάζονται οι άνθρωποι, τα αποσπούν από τη φύση χάρη σε μια πρωτόγονη τεχνική. Έχουμε εκεί, στα πρώτα εργαλεία, την πρώτη μορφή αυτού που θα γίνει μια κυρίαρχη δύναμη, της τεχνικής. Από πρωτόγονη, η τεχνική θα εξελιχτεί ριζοσπαστικά σε πλανητική. Κυβερνάει σήμερα το πλανώμενο άστρο μας και θέλει να το κατακτήσει, αυτό  και ότι είναι γύρω του, αλλά θα μιλήσουμε αργότερα για την πλανητική τεχνική. Ο άνθρωπος που έχει αυτές τις υλικές ανάγκες, τις οποίες ανέφερα προηγουμένως, χρειάζεται ήδη από την αρχή και κάτι άλλο. Αυτό το διαφορετικό   θα προσπαθήσουμε να το δούμε στο τέλος, γιατί, αν και εμφανίζεται εξαρχής, γίνεται πιο εμφανές και πιο προβληματικό σε ένα ορισμένο τέλος.

Η εποχή δε μας ανήκει. Η εποχή δεν είναι ιδιοκτησία μας. Ανήκουμε εμείς στην εποχή μας και η εποχή είναι δυνατότερη από όλους τους ανθρώπους που περιλαμβάνει.  Σήμερα κυριαρχεί μια φοβερή οικονομική ανισότητα. Ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού του πλανήτη πεινάει. Εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από πείνα. Οι διάφορες αρρώστιες ρημάζουν την ανθρώπινη ζωή. Η κατάσταση αυτή, η οποία έχει διαπιστωθεί ήδη, δεν μπορεί να θεραπευθεί με ψεύτικες ελπίδες ή με φθηνές ουτοπίες, με στενά και στεγνά προγράμματα και πλάνα. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε πως κάποτε θα εγκαθιδρυθεί μια τέλεια ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Οι ελπίδες αυτές- που δίνουν τροφή στην ουτοπία- καταλήγουν συχνότατα, αν όχι πάντα, σε μια απελπισία. Αυτό που πρέπει επίμονα να ζητάμε, είναι η όσο γίνεται μεγαλύτερη μείωση της διαφοράς των πλουσίων και των φτωχών.

Το  οικονομικό πρόβλημα, που ονόμασα πρώτο, δεν είναι αυθύπαρκτο. Είναι άμεσα συνδεμένο με το κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα. Είναι επίσης άρρηκτα συνδεμένο με τις στάσεις τω ν ανθρώπων των διαφόρων εποχών απέναντι στον κόσμο.  Κανένας στενός οικονομισμός, καμιά απλή ή σύνθετη οικονομολογία δεν μπορούν μόνοι τους να αλλάξουν την υφιστάμενη κατάσταση.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι το οικολογικό πρόβλημα. Είναι γνωστό πως, ότι και να κάνουμε, το κάνουμε μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον. Έχουμε ανάγκη αυτού του φυσικού περιβάλλοντος, της γης, των νερών, της θάλασσας , του αέρα. Ακόμα και η φωτιά, από ευεργητική, γίνεται  συχνά καταστροφική. Οι οικολόγοι έχουν δίκιο στην κριτική τους, δεν ανατρέχουν όμως στην πηγή, στη δυναμική της τεχνικής και στις συνέπειες της. Η τεχνική εξαπολύει τη δύναμη της εναντίον της φύσης . Πρέπει ίσως να φθάσουμε σε ένα πολύ επικίνδυνο όριο , για να  συνέλθουμε από αυτή τη μανία της τεχνικιστικής και καταστροφικής κατάκτησης της φύσης.

Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για τη διατήρηση και τη συντήρηση των φυσικών ισορροπιών. Χρέος μας είναι, μέσα στη φύση, της οποίας είμαστε παιδιά, να αναπτύξουμε μια φιλική σχέση απέναντί μας. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για την κυριαρχία της τεχνικής από τον άνθρωπο. Το πρόβλημα δεν τίθεται έτσι. Χρέος μας είναι, μέσα στην τεχνική εποχή, να σταθούμε φιλικά απέναντι της.  Η εποχή μας είναι η εποχή της επιστημονικής θεωρίας και τεχνικής.  Καλύτερα ειπωμένο, η εποχή της τεχνοεπιστήμης. Τεχνική και επιστήμες δεν μπορούν να αναχαιτισθούν. Τραβούν  ακάθεκτα το δρόμο τους, χωρίς να ξέρουν γιατί και προς τα πού.   Δεν μπορούν να έχουν μόνο θετικές συνέπειες. Δεν είναι δυνατό να ζούμε με μόνο θετικές απαντήσεις ή λύσεις στα προβλήματα που μεταμορφώνονται σε ανοικτά ερωτήματα. Η αρνητικότητα διέπει όλα τα όντα και τα πράγματα και εμφανίζεται επίσης εκεί που δεν την περιμένουμε. Το ερώτημα είναι :  πως μπορούμε να σταθούμε και να κινηθούμε φιλικά ως προς αυτήν την αρνητικότητα, αναλαμβάνοντας την, αφομοιώνοντας την και μεταμορφώνοντας την;

Το τρίτο μεγάλο πρόβλημα είναι το κοινωνικό πρόβλημα. Από μιας αρχής, ο άνθρωπος ζει σε ομάδες, μετά συμπτύσσεται σε κοινότητες, μετά οργανώνεται σε κοινωνίες και σήμερα οι εθνικές κοινωνίες τείνουν προς μια παγκοσμιοποίηση. Γι΄αυτό μίλησαν και ορισμένοι άνθρωποι για το πλανητικό χωριό, που είναι πια όλος ο πλανήτης. Τι γίνεται όμως ; Η κοινωνία ασφυκτιά. Δεν είμαστε εντούτοις ξέχωροι από την κοινωνία. Στην κοινωνία υπάρχουν κοινωνικά πλαίσια και περιορισμοί. Χρειάζεται να ξέρουμε να ξεπερνάμε τα εμπόδια και τους φραγμούς, όχι αναρχικά ή με την αυθαίρετη μας βούληση. Υπακούοντας όσο γίνεται πιο ελεύθερα σε αυτό που μας επιβάλλεται  ως χρέος μας, στην εποχή που έχουμε να  παίξουμε. Το κάλεσμα που μας απευθύνει το άνοιγμα δεν είναι απλώς και μόνο κοινωνικό, διατρέχει την κοινωνία, την διαταράζει και την υπερβαίνει. Μέσα σε αυτό το άνοιγμα στέκονται και κινούνται οι μεγάλοι ποιητές και οι μεγάλοι στοχαστές. Η κοινωνία, άμα δεν τους αρνείται ή δεν τους απορρίπτει , τους αναλαμβάνει αργότερα ισοπεδωτικά, τους μετράει δηλαδή με τα δικά της μικρά μέτρα.

Η δομή της κοινωνίας της μοντέρνας εποχής τείνει να γίνει οικουμενική. Οι διαφορές που υπάρχουν σε διάφορες κοινωνίες, στην Ινδία, π.χ. ή στους Άραβες, παίζουν αναμφισβήτητα  το ρόλο τους , τείνουν όμως  και αυτές, όπως όλες οι κοινωνίες, να εξισωθούν περίπου σε ένα μακρινότερο χρόνο. Σε αυτήν την τελική εξίσωση δεν θα πάψουν βέβαια να παίζουν και οι διαφορές. Η εποχή, γεμάτη από κατακτήσεις και παραγεμισμένη από ασημαντότητα, εκκωφαντικούς θορύβους και φθηνά θεάματα ή βιώματα, διατρέχεται και από ένα ρεύμα που μένει θολό. Όπως είπαμε όμως ήδη, το ανοιχτό πρόβλημα δεν είναι μόνο ή κυρίως κοινωνικό , και η κοινωνιολογία δεν πάει αρκετά μακριά, δεν ανατρέχει στις ρίζες των φαινομένων και των πραττομένων και μένει η ίδια εγκλωβισμένοι στα σχήματά της.

Το τέταρτο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι το πολιτικό πρόβλημα.  Ξεκινάμε από την πόλη. Η πόλη είναι έως τώρα η πιο οργανωμένη μορφή ανθρώπινης κοινωνίας. Οι πόλεις είναι σήμερα δυνάμει πλανητικές, και ο πλανήτης όλος φαίνεται σαν να είναι μια μικρή πόλη. Επίσημοι φορείς της πολιτικής είναι τα κόμματα και ιδίως το κράτος. Οι μεγάλες επαναστάσεις, δεν φαίνονται στις τεχνικά αναπτυγμένες, ισχυρές χώρες. Μένουν όμως οι συνεχείς μεταρρυθμίσεις, που είναι και πρέπει να είναι ριζικές, γιατί είναι αναγκαίες. Μιλάμε σήμερα όλοι μας, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο, για την κοινωνία που παραπαίει. Αυτό το αναγνωρίζουμε σχεδόν όλοι. Πρόβλημα αποτελεί επίσης  η δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν είναι το καλύτερο πολίτευμα ή το απόλυτο πολίτευμα. Είναι το λιγότερο κακό, και αυτό σημαίνει πως πρέπει να την υπερασπιζόμαστε , γιατί είναι ακριβώς το λιγότερο κακό πολίτευμα. Η εμπειρική δημοκρατία υπακούει σε ένα σύνολο ολιγαρχιών. Ο καπιταλισμός θριαμβεύει με ελεεινό τρόπο παντού. Το ξεπέρασμα του δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι αυτοονομαζόμενες σοσιαλιστικές τάσεις μένουν στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Πέρα από τον βάρβαρο καπιταλισμό και πέρα από τις υπάρχουσες μορφές σοσιαλισμού, θα έπρεπε να βαδίσουμε σ’ έναν άλλο δρόμο. Ο ορίζοντας της μεγάλης πολιτικής φαίνεται κλειστός. Το πολιτικό παιχνίδι συνεχίζεται. Όμως, πέρα από την μικροπολιτική και τον πολικαντιδισμό, πέρα από την αισιοδοξία και την απαισιοδοξία, πέρα ακόμα από την ελπίδα και την απελπισία, μας ανοίγεται ίσως ένας άλλος δρόμος. Ο δρόμος αυτός δεν είναι σωτήριος, γιατί είναι γεμάτος εμπόδια και αδιέξοδα.  Ο μέσος όρος, η κοινοτοπία, η επιπεδότητα πάρα πολύ δύσκολα υπερβαίνονται , και η ανθρωπότητα ολόκληρη έρπει μάλλον , παρά περπατάει. Η πολιτική που υπακούει στην τεχνική γίνεται η ίδια τεχνική της εξουσίας και της διαχείρισης . είναι άραγε δυνατό να σκεφθούμε, να παίξουμε και να πράξουμε ένα παιχνίδι μεταπολιτικό μέσα στη μεταϊστορία που ήδη έχει αρχίσει να ξετυλίγεται; Και πότε θα γίνει ορατή μια μετατεχνολογική δυνατότητα; Δεν μας είναι δοσμένο ακόμα σήμερα να μιλήσουμε για έναν καιρό μετατεχνολογικό.

Το πέμπτο πρόβλημα είναι το εκπαιδευτικό πρόβλημα.  Στους αρχαίους Έλληνες είναι χαρακτηριστικό πως οι δύο λέξεις παιδεία και παιδιά (παιχνίδι) συνδέονται.  Σαν η παιδεία να ήταν κάτι που παραπέμπει στο παιχνίδι, όχι μόνο στο παιχνίδι το οποίο παίζουν τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά, αλλά στο παιχνίδι στη σχέση του με το παιχνίδι του κόσμου.  Η σχέση μαθητών – δασκάλων θέλει ριζική αναθεώρηση. Ούτε οι μεν ούτε οι δε μπορούν να κάνουν ότι τους περνάει από το κεφάλι. Τα κεφάλια είναι συχνά άδεια. Η παιδεία δεν ανανεώνεται με ένα από ή σύνθετο πρόγραμμα. Τούτο μπορεί να το επιχειρήσει μόνον ένας δημιουργικός παλμός, συνδέοντας αδιάρρηκτα παρελθόν, παρόν και μέλλον, που παίζουν πάντα τρισδιάστατα και μαζί. Ασκώντας οξύτατη κριτική σε όλες τις υπάρχουσες μορφές παιδείας και μη ικανοποιούμενοι από την κριτική, φθάνουμε μπρός ερώτημα:  τι μορφή και τι περιεχόμενο (μορφή και περιεχόμενο είναι αδιαχώριστα) μπορεί να βρει κάποτε η παιδεία; Δεν θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθούν πιο γόνιμες δυνατότητες;

Το πρόβλημα που αρχίζει να τίθεται με τη μητέρα, τους γονείς, τους συγγενείς, τους νηπιαγωγούς, τους δασκάλους, διαπερνάει όλων των ειδών τα σχολεία και φθάνει στα πανεπιστήμια και τα διάφορα ινστιτούτα και κέντρα έρευνας, χωρίς όμως να σταματάει εκεί. Έχουμε ήδη μπει με γρήγορα βήματα στους καιρούς των μορφωμένων και ειδικευμένων ηλιθίων. Ούτε όμως και η σκέτη εξυπνάδα φθάνει. Γιατί σκεφτόμαστε, λοιπόν; Και τι να πράξουμε; Και τα δύο αυτά ερωτήματα, που δεν αποτελούν ούτε ένα ούτε δύο, μένουν ανοιχτά. Δεν διαθέτουμε πια πρότυπα ή μοντέλα που να μας προσανατολίζουν. Τα λόγια και οι πράξεις μας αιωρούνται στο κενό. Το κενό χρειάζεται και αυτό αντιμετώπιση και δεν είναι ένα τίποτα. Είναι η άλλη όψη του κόσμου. Αντί λοιπόν να χτίζουμε πύργους πάνω στην άμμο, έχουμε το χρέος , πέρα ακόμα από το εκπαιδευτικό πρόβλημα, να ανοιχθούμε στο πρόβλημα που αφορά το παιχνίδι της παιδίας και της παιδείας. Το ερώτημα αυτό αφορά τόσο τα μικρά παιδιά, όσο και τα μεγάλα παιδιά που είναι οι λεγόμενοι ώριμο άνθρωποι.  

Το έκτο πρόβλημα είναι το πολιτιστικό πρόβλημα ή το πολιτισμικό πρόβλημα. Αρχικά η παιδεία μαζί με την ποίηση, τη σκέψη και την τέχνη. Μετά έγινε αυτό που λέμε κουλτούρα. Η κουλτούρα, το να αντιμετωπίζουμε τα φαινόμενα της ποίησης , της σκέψης, της τέχνης και των άλλων εκδηλώσεων σαν κουλτούρα, σημαίνει ήδη ένα υποβιβασμό τους.  Η σκέψη, η ποίηση, η τέχνη δεν υπάγονται σ’ εκείνο που φθηνά και σε παγκόσμιο σχεδόν επίπεδο ονομάζεται κουλτούρα, χωρίς να σκεφτόμαστε τι είναι αυτό που μας λέει και αυτό που μας κρύβει τούτη η λέξη.  Κείμενα, έργα  τέχνης και μνημεία στέκονται πάντα απέναντι μας και περιμένουν το μέλλον μας και το μέλλον τους. Δεν ζητούν από μας μια απλή απόλαυση, μια κατανάλωση. Παραγωγική επαφή με τον παλμό τους, σημαίνει ότι δεν ανήκουν απλώς και μόνο στο παρελθόν. Τίποτα δεν είναι μόνο επίκαιρο. Τίποτα δεν είναι αφηρημένο μέλλον. κάθε τόπος, κάθε στιγμή του χρόνου είναι , παντού και πάντα , συγχρόνως παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Ο πολιτιστικός ή πολιτισμικός χωρό- χρόνος, συνδέεται και συγχέεται πολύ συχνά με τον ελεύθερο ψυχαγωγικό χρόνο. Η ψυχαγωγία όμως όταν δεν είναι απλό ή υπερκινητικό παραγέμισμα του άδειου χρόνου, μια επιφανειακή απασχόληση, είναι αγωγή της ψυχής και όχι γρήγορη κατανάλωση φυσικών και πολιτιστικών αγαθών. Η απασχόληση με μόνο ανθρώπινα και κοινωνικά παιχνίδια μας κρύβει συνήθως ένα σημαντικότερο και συμπαντικότερο παιχνίδι, που θα προσπαθήσουμε να δούμε παρακάτω. Το πολιτισμικό πρόβλημα ξεπερνάει τα όρια ων βιβλιοθηκών, των μουσείων, των χώρων θεαμάτων και μουσικής, των αρχιτεκτονημάτων. Υπερβαίνει και τους δασκάλους και τους μαθητές, υπερβαίνει και τους δημιουργούς και τους μιμητές ή τους καταναλωτές τους , και τα υπουργεία πολιτισμού και πολιτιστικούς συλλόγους. Δεν μας ζητιέται σήμερα να σχεδιάσουμε ένα πρόγραμμα, αλλά να προσπαθήσουμε να σκεφθούμε σε βάθος την παιδεία. Ίσως πρέπει όμως να ριχθούμε σε μια νέα περιπέτεια, σε μια προσανατολισμένη περιπλάνηση, στενά δεμένη με την παιδεία ως μόρφωση και αγωγή, και με το παιχνίδι , όχι το επιφανειακό παιχνίδι, αλλά το παιχνίδι που παίζει ο ίδιος ο κόσμος, μην υπακούοντας σε κάτι που του είναι εξωτερικό , μην υπακούοντας σε μια εξωτερική αρχή.

Δεν θα μπορούσαμε να επεξεργασθούμε μια βαθύτερη σχέση με τη σκέψη, την ποίηση και την τέχνη, σχέση που να μας θίγει καίρια και να μας μεταμορφώνει; Η σκέψη δεν  περιορίζεται στη φιλοσοφία και ακόμα λιγότερο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ούτε  στην επιστημονική θεωρία και πρακτική. Η καθηγητική φιλοσοφία και η δημοσιογραφική ψευτοφιλοσοφία μένουν ξένες στη σκέψη. Η γλώσσα της σκέψης – ο μεταμορφωμένος αρχαιοελληνικός λόγος – προσπαθεί να πει και να σκεφθεί το κέντρο της ολόκληρης σχέσης: του ανθρώπου και του κόσμου.   Η ποίηση δεν υπάρχει για να μας συγκινεί ανώδυνα  ή να μας ρίχνει σε φθηνές φαντασιώσεις. Δεν είναι υποκατάστατο ζωής, αν και έτσι την έχουμε καταντήσει. Μας ανοίγει στον κόσμο, άμα επικοινωνούμε καίρια μαζί της. Περισσότερο από προφορικός ή γραπτός λόγος, η ποίηση αντιστοιχεί στην ποιητικότητα του κόσμου. Η τέχνη δεν αναπτύχθηκε για να ονειροπολούμε βλέποντας, ακούοντας, διαβάζοντας και να αντιμετωπίζουμε σαν αντικείμενα τα ανοιχτά και πολυδιάστατα έργα της. Ο κουτός τουρισμός που χάσκει μόνο απέναντι στα τοπία και τα μνημεία εμποδίζει κάθε παραγωγική εγρήγορση. Περιηγητές και εκδρομείς δεν κάνουν άλλο, συνήθως, παρά να καταναλώνουν. Τελείως διαφορετική είναι μια απαιτητική και όχι στάση, αλλά σχέση με αυτό που μας προσφέρεται.  Η σχέση αυτή ανοίγει δρόμους.

Το έβδομο πρόβλημα  που συναντάμε είναι το ερωτικό πρόβλημα. Ήδη, από τους προσωκρατικούς στοχαστές, ο Εμπεδοκλής είχε πει ότι η φιλότητα (ή φιλία) και το νείκος διέπουν όλα τα φαινόμενα της φύσης, δηλαδή , τότε, του κόσμου ότι όλα τα φαινόμενα, τα ανθρώπινα και τα μη ανθρώπινα συνδέονται με μια έλξη και με μια απώθηση. Ο ίδιος ο Φρόιντ ανέτρεξε δυόμιση χιλιάδες χρόνια πίσω, και είδε στις δύο αλληλοσυνδεόμενες, συμπληρωματικές και ανταγωνιστικές δυνάμεις, στον έρωτα και στο θάνατο , το ισχυρότερο κίνητρο του ψυχισμού.

Η φιλότητα και το νείκος συνδέουν και αποσυνδέουν τους ανθρώπους. Κυρίως, όμως, αυτό που τους συνδέει με τον κόσμο, είναι και αυτό που τους χωρίζει από τον κόσμο. Μιλάμε σήμερα, φλυαρούμε μάλλον, για σεξουαλικότητα, για φύλο, για αγάπη, για έρωτα, για συντροφικότητα, για φιλία. Όλες αυτές οι έννοιες όμως μένουν στενές όταν βασίζονται σε μια ψυχολογιστική αντίληψη του ανθρώπου. Ούτε οι σεξουαλικές σχέσεις , ούτε οι ερωτικοί δεσμοί, ούτε η όποιας μορφής οικογένεια και τα τεράστια προβλήματα της, εξαντλούν το ερωτικό πρόβλημα, την ερωτική διάσταση , πηγή ζωής και ανησυχίας. Η ερωτική διάσταση είναι δυνατότερη από εμάς, μας διατρέχει και δεν  χάνει  ποτέ τη συνάφειά της με το θάνατο. Ο θάνατος δεν είναι τόσο το τέρμα της ζωής, αλλά εκδηλώνεται κάθε στιγμή , και τόσο ολόκληρη η ζωή- αν υποθέσουμε πως ξέρουμε τι ονομάζουμε έτσι, τι εννοούμε ,ε τη λέξη ζωή-,  όσο και η ερωτική ζωή απαιτούν από μας τους ανθρώπους, τους θνητούς , να ζούμε όσο γίνεται πιο έντονα, συγκατοικώντας πάντοτε με τον έρωτα και το θάνατο , ανοιγμένοι στη μοίρα μας. Η  ερωτική διάθεση και διάσταση κατευθύνεται και περιορίζεται από τους θεσμούς. Δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς θεσμούς. Η ερωτική ορμή όμως διασπάει, ανατρέπει τους θεσμούς. Ξεπερνάει τα ζεύγη , το γάμο, την οικογένεια, τις συνθήκες και το κατεστημένο. Θα έπρεπε να ειπωθεί για την ερωτική ορμή αυτό που θα προσπαθήσουμε να δούμε λίγο αργότερα για την ακραία στοχαστική προσπάθεια.     Η ερωτική διάσταση έχει μέσα της, περιέχει, στοιχεία παρανομίας. Η συχνά αγωνιώδης αναζήτηση της ερωτικής ένταση, οι προχωρημένες εμπειρίες  και πειραματισμοί του ερωτισμού είναι ανταγωνιστικές και συμπληρωματικές με την αναζήτηση μιας ένταξης, μιας κατάστασης , μιας στάσης που δεν μένει όμως ακίνητη. Η πάλη των τάξεων έχει πάρα πολύ αμβλυνθεί.  Η πάλη των φύλων συνεχίζεται , έχει μάλιστα οξυνθεί. Οι γυναίκες περνούν στην έφοδο. Η εποχή τις ευνοεί. Οι γυναίκες ορμούν με τον τρόπο τους να κατακτήσουν το Όλον και φθάνουν και αυτές στο Τίποτα, ίσως το επόμενο βήμα τις οδηγήσει σχεδόν ως την καρδιά του Τίποτα. Και το μεθεπόμενο βήμα; Αυτό μένει ακόμα μετέωρο.

Αν μας είναι δοσμένη, όχι χωρίς αντιθέσεις, μια ανδρόγυνη ή ερμαφρόδιτη ανισόρροπη ισορροπία, πως θα ήταν δυνατή η οικοδόμηση και η λειτουργία αυτής της φιλικότητας, της γεμάτης από διαφορές; Η διαθεσιμότητα προς τον έρωτα- και – το – θάνατο κάνει τον ερωτηματικό έρωτα και την αγωνιστική φιλικότητα να μην χαρακτηρίζονται από την αναζήτηση της ιδιοκτησίας και της κυριαρχίας. Μένει πάντοτε δυνατή η συνάντηση της προσφοράς που αποδεχόμαστε, με τη δική μας προσφορά, στην αδιάρρηκτη σχέση που ενώνει το παιχνίδι που διαπερνά τον άνθρωπο με το παιχνίδι του κόσμου. Αλλά η προσφορά συγχρόνως αποσύρεται και η δική μας προσφορά δεν παύει να είναι λειψή. Ανοίγοντας ένα δρόμο που μας ανοίγεται, θα μπορούσαμε ωστόσο να προσανατολιστούμε προς αυτό το φωτεινό άνοιγμα που κρύβει το ίδιο του το άφευκτο σκότος. Με το σώμα, με την ψυχή, με το νου μας, αναπόσπαστα. Χωρίς να περιμένουμε ότι με τον τρόπο αυτό θα φθάσουμε στην άφατη ευτυχία. Κάθε δημιουργική χαρά εμπερικλείει και μια αναπόφευκτη λύπη. Και τι κάνει κάθε λύπη;

Τα επτά πρώτα προβλήματα ζητούν τον παλμό τους. Το ένα πρόβλημα δεν έρχεται στο τέλος, δεν έρχεται αφού έγινε όλη η προεργασία, αλλά υπάρχει ήδη από την αρχή. Κρύβεται μέσα στις εμφανίσεις των σχέσεων ανθρώπου και κόσμου. Είναι δηλαδή το έσχατο πρόβλημα, και μαζί και το πρώτο πρόβλημα, αυτό που διαπερνάει όλα τα άλλα. Ως τώρα η ανθρώπινη σκέψη πήρε μια μορφή, στη Δύση τουλάχιστον, φιλοσοφική, μεταφυσική, οντολογική. Η φιλοσοφία η ίδια, η μεταφυσική, η οντολογία, ανοίγοντας το πρόβλημα του είναι , συγχρόνως το έκλειναν, δίνοντας μεγαλειώδεις , μεγαλοφυείς και μάλλον δογματικές απαντήσεις. Εμείς βρισκόμαστε πάλι ( λέω ‘’πάλι’’ που σημαίνει με άλλο τρόπο από τους πρώτους στοχαστές ) απέναντι στο στοχαστικό πρόβλημα, δηλαδή στο ανοιχτό πρόβλημα ή στο ερώτημα του ανοίγματος.  Και οι στοχαστές που τραντάζουν τα θεμέλια ενέχουν στοιχεία παρανομίας.

Στόχος του λόγου, της σκέψης και του στοχασμού δεν είναι ο άνθρωπος, δεν είναι ο θεός, δεν είναι η φύση, είναι ο κόσμος.  Το πρόβλημα του θεού, ο θεός- πρόβλημα ανήκει επίσης στο πρωταρχικό και τελικό πρόβλημα, υπάγεται σ΄αυτό , όπως και η πίστη και η μη-πίστη. Ο Θεός όμως δεν στέκεται εκεί που στέκεται, γι΄αυτούς στους οποίους μιλάει έξω, από τον κόσμο, αλλά ο ίδιος είναι θεός του κόσμου: όπως όλα τα δημιουργήματα  ακόμα και τα δημιουργικότερα, γεννιέται, αναπτύσσεται και πεθαίνει. Οι θάνατοι όμως των φαινομένων, των έργων και των θεών, έχουν τη δική τους ζωή που αφορά και τη δική μας.  Το στοχαστικό πρόβλημα είναι το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας. το στοχαστικό πρόβλημα, αυτό που τρέφει ποιητικά τη σκέψη και τη δράση, δεν είναι καν πρόβλημα. Τα προβλήματα γυρεύουν λύσεις και απαντήσεις που μένουν κι αυτές προβληματικές. Πέρα   από το πρόβλημα, ξετυλίγεται το ερώτημα, σαν άνοιγμα σ’ αυτό που μας καλεί.  Το αγνοεί όμως η εποχή. Του στρέφει μάλιστα τα νώτα, κλείνεται απέναντι του. Η εποχή κάνει ότι μπορεί. Η εποχή, ισχυρότερη από τους ανθρώπους της εποχής, κάνει ότι μπορεί  για να μην ακουστούν παραγωγικά εκείνοι που το θέτουν. Ζητάμε λύσεις, ζητάμε μια ικανοποίηση στην ανησυχία μας, στην αγωνία μας και τελικά φράζουμε τις ίδιες τις δυνατότητες που μας διαπερνούν και ξεπερνούν. Το άνοιγμα , για το οποίο μιλάω , είναι το άνοιγμα του κόσμου προς εμάς, το άνοιγμα μας στον κόσμο. Ο κόσμος δεν είναι μόνο το φυσικό και το αστρονομικό σύμπαν, συν το κοινωνικό- ιστορικό σύνολο. Ο κόσμος δεν είναι , όπως είναι εδώ τα αντικείμενα που είναι εμπρός μας, η όπως οι άνθρωποι- υποκείμενα που είναι αυτή τη στιγμή απέναντί τους. Ο ίδιος ο διαχωρισμός σε υποκείμενο και αντικείμενα καλύπτει μια βαθύτερη σχέση. Ο κόσμος ούτε είναι , ούτε υπάρχει. Τι κάνει λοιπόν; Ξετυλίγεται σαν άνοιγμα, σαν παιχνίδι  , σαν περιπλάνηση. Ο κόσμος δεν υπακούει σε κανόνες, ούτε θεϊκούς ούτε ανθρώπινους. Όλα τα ονόματα, όλα τα νοήματα και όλες οι α-νοησίες, όλοι οι κανόνες, όλες οι πράξεις μας και οι πίστεις μας είναι , μένουν, ενδοκοσμικά. Η ανοικτή σπείρα του κόσμου τα περιέχει, τα θρυμματίζει και τα υπερβαίνει. Πως μπορούμε να πούμε μερικές λέξεις για τον κόσμο, όχι με την έννοια που λέμε: ο κόσμος θέλει τούτο ή το άλλο πράγμα; Ο κόσμος δεν είναι το σύνολο όλων των εμφανιζομένων πραγμάτων, προσώπων , έργων, φαντασιακών σχημάτων. Υπνοβάτες, περπατάμε στην άκρη του γκρεμού μέσα στον κόσμο τον μικρό, αδιάφοροι  για τον κόσμο τον απέραντο και την άβυσσό του. και τι στιλ ζωής, σκέψης και πράξης θα αντιστοιχούσε σε αυτό το άνοιγμα; Δεν υπάρχουν κοσμοσωτήριες προτάσεις. Εκεί που τίθενται τα ερωτήματα τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ τα προβλήματα, εκεί , αινιγματικά, εμφανίζονται ανοιχτοί δρόμοι.  

Ο κόσμος, ο χρόνος, το παιχνίδι, το άνοιγμα, λένε το αυτό και όχι το ίδιο. Το αυτό είναι το αιωρούμενο κέντρο της ολόκληρης σχέσης ανθρώπου και κόσμου. ( Δεν ξεκινάμε από το συγκεκριμένο, το χειροπιαστό , το ειδικό, το ανθρώπινο για να φθάσουμε στο γενικό, το οικουμενικό, στον κόσμο. Ούτε όμως ο κόσμος λέγεται και οικοδομείται χωρίς τον άνθρωπο, ή αυτό που ίσως κάποτε τον διαδεχθεί).  Το αυτό περιέχει και την ετερότητα, τη διαφορά ενώ το ίδιο είναι ταυτολογικό. Ο κόσμος, ο χρόνος, το παιχνίδι , το άνοιγμα:  λέξεις που λένε το αυτό, λένε τον κόσμο  στην περιπλάνηση του.  Περιπλάνηση δεν σημαίνει να πηγαίνουμε χωρίς να ξέρουμε που πηγαίνουμε.  Δεν αποτελεί ούτε πλάνη ούτε λάθος. Ο προσανατολισμός της μας περιλαμβάνει.  

Στον κόσμο ανήκει επίσης αδιάσπαστα το κενό και το μηδέν. Μας εμφανίζεται και μένει αόρατο, γιατί ποτέ δεν βλέπουμε το κενό,  το μηδέν. Αυτό που προσπαθούμε να πούμε και να σκεφθούμε και που μένει άρρηκτο και άσκεφτο, αυτό που  διαπερνάει χωρίς να το ξέρουμε όλες τις σκέψεις μας και τις πράξεις μας, αυτό που ονομάζω, το αυτό εμπνέεται από και εμπνέει μια κεντρική και πάρα πολύ δυνατή διάθεση. Με τη «διάθεση» δεν εννοώ μια ψυχολογική διάθεση, που στενεύει στην κλίμακα των ψυχολογικών ή ψυχαναλυτικών εξηγήσεων ή ερμηνειών.  Κυριαρχεί πάντα μια διάθεση. Είτε κάποιος είναι μόνος, άντρας ή γυναίκα, παρέα ή ομάδα, ή και εποχή, κυριαρχεί πάντα μια διάθεση, που συναντιέται με μια από τις διαστάσεις της εποχής στην οποία δεν ξέρουμε ακριβώς πώς να ανταποκριθούμε, γιατί δεν της ανοιγόμαστε επαρκώς.

Το αυτό δεν μας ανήκει. Δεν είναι ιδιοκτησία μας. εμείς οι άνθρωποι, οι θνητοί, είμαστε αυτοί που ανήκουμε στο αυτό. Το αυτό , υπογραμμισμένο, εμφανίσθηκε, πάντοτε κρυπτικά, σαν ένθεη φύση, σαν παντοδύναμος θεός, σαν κυρίαρχος άνθρωπος, υποκείμενο των αντικειμένων, τέλος σαν κοινωνία των ανθρώπων. Με τη φύση, το θεό, τον άνθρωπο και την κοινωνία έχουμε τις κυρίαρχες της εμφάνισης του Αυτού. Μαζί με κάθε εμφάνιση όμως πηγαίνει και μια εξαφάνιση. Ήδη από τρεις – τέσσερις αιώνες έχουν αρχίσει να υποχωρούν η φύση, ο θεός, ο άνθρωπος , και στη θέση τους να μπαίνει, χωρίς να το θέλουμε και να ξέρουμε τι κάνουμε όταν την επεξεργαζόμαστε και όταν αυτή μας επεξεργάζεται, η τεχνική.                        

Η τεχνική δεν είναι μια δύναμη σαν τις άλλες. Η τεχνική διέπει την εποχή μας και θα τη διέπει τους επόμενους μήνες. Δεν μπορούμε να δούμε ακόμα καθαρά πέρα από αυτήν. Δεν πρέπει ούτε να τη φοβόμαστε σαν να είναι διάβολος, ούτε να την προσκυνούμε σαν να είναι θεός. Φιλική σχέση με την τεχνική σημαίνει μια φιλικότερη συμμετοχή μας στην τεχνική, μια μετουσίωση της βίας η όποια κυριαρχεί στην εποχή μας σε όλα τα φαινόμενα, και μια φιλικότητα στις σχέσεις του ανθρώπου με τον εαυτό του, με τους άλλους, με τα φαινόμενα, με τα πράγματα, με τον κόσμο.

Το αυτό,  όπου ενώνονται και μεταμορφώνονται, όπου εμφανίζονται η εμφανιζόμενη και εξαφανιζόμενη φύση, ο αποτραβηγμένος θεός, ο άνθρωπος και η κοινωνία, αλαζονικοί και κατακερματισμένοι, είναι το κέντρο της ολόκληρης σχέσης ανθρώπου και κόσμου. Ο κόσμος « είναι « το διακύβευμα του ανθρώπου και ο άνθρωπος το διακύβευμα του κόσμου. Το διακύβευμα αυτό είναι ενιαίο και πολυδιάστατο. Αποτελεί το , με εισαγωγικά και χωρίς εισαγωγικά, υπέρτατο άνοιγμα, το ύπατο διακύβευμα.