13/8/2010 Ομιλία της κ. Καίτης Μιχελάκη ''Ο Σητειακός Χορός''

13/08/2010 10:30  -  992 αναγνώσεις

Είναι μεγάλη η χαρά μου μαζί με τη συγκίνηση που νιώθω, που βρίσκομαι εδώ απόψε κοντά σας, γιατί μετά από τόσα χρόνια χοροδιδασκαλίας στην πόλη μας, μου δίνεται η ευκαιρία  πρώτη φορά να πω δυο λόγια και να καταθέσω όσα η πείρα μου δίδαξε για το δικό μας χορό, τον τόσο διαφορετικό από τους άλλους χορούς της Κρήτης, το Στειακό χορό. Όλοι εμείς που ασχολούμαστε με την παραδοσιακή μουσικοχορευτική παράδοση αυτού του τόπου, ξέρουμε πόσο μεγάλο αγώνα δίνουμε καθημερινά για να διασώσουμε αυτό το χορό στις νέες γενιές που δυστυχώς – λυπάμαι που το λέω – τείνουν να τον ξεχάσουν. Για αυτό το λόγο, θέλω από αυτό το βήμα να ευχαριστήσω το Δήμο Σητείας που οργάνωσε αυτήν την ωραία εκδήλωση απόψε για να τιμήσει το μεγάλο βιολάτορα Στρατή Καλογερίδη και μαζί του το Σητειακό χορό που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το βιολί. Και ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω προσωπικά το δήμαρχο Σητείας, κύριο Κουρουπάκη που για μια ακόμη φορά απέδειξε την ευαισθησία του για την πολύτιμη κληρονομιά αυτού του τόπου και στηρίζει έμπρακτα και γενναιόδωρα τέτοιες εκδηλώσεις Πολιτισμού που τόσο πολύ έχουμε  ανάγκη στην εποχή μας. Σε ευχαριστούμε, Δήμαρχε, ελπίζω η αποψινή εκδήλωση να δυναμώσει και να πολλαπλασιάσει την αγάπη όλων μας για τον Σητειακό χορό !

Και μια που μιλάω για αγάπη, θα ήταν σοβαρή μου παράλειψη να μην ευχαριστήσω από καρδιάς την καλή συνάδελφο φιλόλογο και άξια πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Σητείας, την κυρία Κατερίνα Ζερβάκη, που εδώ και χρόνια πολλά μου μιλούσε με αγάπη και πάθος αληθινό για τη Στειακή μουσική του Καλογερίδη και το χορό και μου εμπιστευόταν με λαχτάρα τη σκέψη της να οργανώσουμε μια τέτοια βραδιά τιμητική για την πόλη μας. Ήρθε η ώρα, Κατερίνα, να κάνουμε πράξη αυτό το πάθος που  ξέρουμε ότι είναι το χρέος μας για να φυλάξουμε τους θησαυρούς του τόπου μας και χαίρομαι, που είσαι εσύ η ψυχή που εμπνέει και δυναμώνει αυτή την προσπάθεια, δουλεύοντας χωρίς σταματημό καλοκαίρια και χειμώνες, και χωρίς να υπολογίζεις προσωπικό χρόνο και κόπο, γιατί αγαπάς αληθινά αυτόν τον τόπο.

 Κυρίες και κύριοι,  

Στις πρώτες μου αναζητήσεις για τα χορευτικά δρώμενα στην περιοχή της Σητείας γύρω στο 1978, οι μαρτυρίες ανθρώπων υπερήλικων της επαρχίας για την καταγωγή και τις ρίζες του χορού της Σητείας μου μετέφεραν τα εξής: Οι χοροί της περιοχής, γενικότερα, είναι επηρεασμένοι από τα συγγενή μουσικά ακούσματα της Δωδεκανήσου και της νοτιοδυτικής Μ.Ασίας. Ο τοπικός χορός που αναπτύχθηκε είναι ο ίδιος χορός που ενσωματώνει στοιχεία της Αρχαίας Πυρρίχης αλλά και του συρτού των Νησιών του Αιγαίου. Μόνο που εδώ το κύριο χαρακτηριστικό είναι ο λυρισμός και ο ρομαντισμός με έντονη την παρουσία του βιολιού ισότιμα, δίπλα στη λύρα.  Στο Σητειακό χορό κυριαρχεί η ηρεμία στις χορευτικές εκφράσεις και  κινήσεις και εξασθενεί το πολεμικό στοιχείο, ενώ η απουσία δυναμικών αυτοσχεδιασμών του πρωτοχορευτή, και το συχνό λύγισμα στο αριστερό πόδι και οι κοκαλιές (ανασηκώματα στον αέρα) του δεξιού ποδιού είναι χαρακτηριστικά ιδιαίτερα της περιοχής μας. Καταρχάς ονομαζόταν Συρτός, όπως σ’όλα τα νησιά μας, αργότερα πηδηκτός λόγω του σουσταρίσματος που μπαίνει στα βήματα του, και είναι το χαρακτηριστικό όλων των Κρητικών χορών. Με όποια ονομασία κι αν τον συναντήσουμε ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και αποτελούσε το μεγαλύτερο κομμάτι κατά το παρελθόν κάθε γλεντιού στην πόλη μας.

Επιπλέον, η ιδιαιτερότητα στην εκτέλεση των βημάτων σε κάθε χωριό ή κάθε περιοχή έδινε τοπική ονομασία στο χορό. Όπως Στειακός πηδηκτός, χαμεζανός πηδηκτός ή Γεροπετρίτικος ή Μεραμπελιώτικος πηδηκτός. Ίδια βήματα, ίδια μουσική με ελάχιστες διαφορές στα πατήματα ή τα γυρίσματα του κορμιού και τους τόνους της μουσικής ικανοποιούσαν ιδιαίτερα τις τοπικές κοινωνίες για να προβάλλουν το δικό τους σαν το καλύτερο. Πρώτοι έσερναν το χορό οι γεροντότεροι σε κύκλο, ακολουθούσαν οι μεσήλικες και τέλος οι νέοι, με σεβασμό όχι μόνο στη χορευτική ικανότητα, αλλά και την ηλικία των συμμετεχόντων, κάτι που σήμερα έχει εκλείψει.. Η συμμετοχή των χορευτών στο τραγούδι κατά τη διάρκεια του χορού ήταν επίσης μοναδική. Η κάθε θέση στον κύκλο πάρα πολύ σημαντική, ανάλογη και των ικανοτήτων των χορευτών, σχολιαζόταν αρκετά με δίστιχα. Οι μαντινάδες άλλοτε επαινετικές, άλλοτε πειρακτικές, ή διφορούμενες έδιναν και έπαιρναν. Και δεν αφήνανε καμιά να πέσει χάμε. Είτε στην αρχή του κύκλου, στην Ομπρός μερά είτε στον κύριο κύκλο είτε στο τέλος του κύκλου, στην κουντούρα, οι μαντιναδολόγοι έφτιαχναν το κατάλληλο δίστιχο για να εντυπωσιάσουν.

Χαρακτηριστικές μαντινάδες για τις θέσεις αυτές είναι:

«Μα στην ομπρός μερά κρατεί χορεύει μα χορεύει, περήφανα πατεί στη γη και δε τη κοροϊδεύει.»

Πειρακτική:. «Μα στην ομπρός μερά κρατεί ο λύχνος με το φτίλι και σύρνει κι αξοπίσω του το ξεπασουλιστήρι.»

«Μανερωτάτε κοπελιές γιάντα ‘μαι στη κουντούρα, για να μαθαίνω το χορό να τον κρατώ σιγούρα.»

«Όλο για την ομπρός μερά έχετε για να πείτε, και στη κουντούρα ν’άγγελος και δεν τονε θωρείτε.»

Ο χορός χορευόταν σε τσαμπάκια.

«Ήρθα και γω να κάμω το τσαμπάκι μου», χαρακτηριστική έκφραση των πανηγυργιοτών ή «να κάμω και γω μια ομπρός μερά». Παρομοίαζαν δηλαδή με σταφύλι την όλη χορευτική εκδήλωση, όπου κάθε συμμετοχή ήταν το «επί μέρους» τσαμπί. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων, όπως ο τρύγος, το λιομάζωμα, το θέρος μεταφέρονταν ακριβώς και στα βήματα του χορού κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Έκαναν τα προϊόντα τους στοίβες, δηλ. μεγάλους σωρούς ελιές, σταφύλια, σιτηρά. Έκαναν Στοίβα και στο χορό τους, δηλ. μαζεύονταν οι χορευτές κοντά κοντά για να κάνουν χώρο στον πρωτοχορευτή να κάμει το τσαμπάκι του, δηλ. να αναδείξει τις χορευτικές του ικανότητες.

 Σημαντική ήταν και η επιλογή της ντάμας που θα χόρευε μαζί της για να καταφέρει να συγκεντρώσει θετικά σχόλια και τον θαυμασμό των συντοπιτών του. Η διαδικασία απαιτούσε η κοπέλα που είχε βάλει στο μάτι ο χορευτής να πάρει την άδεια από τον πατέρα της, αν ήταν ανύπαντρη και από το σύλλογο, αν ήταν παντρεμένη και το ζευγάρι να σταθεί δίπλα στους οργανοπαίκτες που βρίσκονταν στη μέση της πλατείας, περιμένοντας τη σειρά τους. Ποτέ δε διέκοπταν το χορό του προηγούμενου χορευτή, μόνο αν το ζητούσε ο ίδιος. Ο πρωτοχορευτής πλήρωνε το λυράρη για να παίξει και ο λυράρης έπαιζε για αυτόν τόση ώρα όσο άντεχε, παραβγαίνοντας στο ποιος θα φανεί πιο άξιος και ικανός από τον άλλο. Ο άνδρας συχνά έβρισκε την ευκαιρία, αν έτρεφε αισθήματα για τη ντάμα του να της δώσει σήμα με ένα σφίξιμο στο χέρι, μια ματιά, ένα πονηρό χαμόγελο. Όχι σπάνια τα χορευτικά ζευγάρια γίνονταν ζευγάρια και στη ζωή. Με δίστιχα ανάλογα φανέρωναν τα αισθήματα τους.

«Πρωτοχορεύτρα του χωριού και τσι καρδιάς μου κλέφτρα, τα χρόνια που με τυραννάς κάτσε καλά και μέτρα.»

«Πιάσε στη μέση του χορού να σε θωρώ πολυώρα, μα δε με θέλεις κοπελιά κόψε μου σκιας τη φόρα.»

«Σα τονε δεις το χορευτή στσι ομπρός μερά το τόπο, με το Θεό θαρρείς μιλεί, δε μοιάζει των ανθρώπω.»

Και αρχίζει ο χορός που αποτελείται από δύο μέρη:

1)    Τον απογιαερτό, 2) τα επιτόπου.

Η εισαγωγή της μουσικής βηματικά αποδίδεται με πέντε βήματα, σχηματίζοντας την μορφολογική εικόνα του κόλπου της Σητείας, καθώς η μορφολογία του εδάφους είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των βημάτων των χορών – αργά με τέμπο καλεί όλους για συγχρονισμό στην κοκαλιά. Ένα δυο τρία κι άλλα τρία είναι η λεκτική προτροπή στα βήματα και το ρυθμό από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους, από τους παππούδες στα εγγόνια. Δεν χρειαζόταν δασκάλους και χοροδιδασκαλία, γιατί τα μάτια των μικρών παιδιών ήταν γεμάτα από μοναδικές εικόνες και έτσι γρήγορα και εύκολα έμπαιναν στο ρυθμό.

Απογιαερτός: Παίρνει το όνομά του, πιθανότατα, από το πήγαινε - έλα στην καθημερινότητα τους, που γίνεται εδώ χορευτική κίνηση με 6 βήματα μπροστά, προς τη φορά του κύκλου αρχίζοντας με δεξί – αριστερό – δεξί , αλλαγή βήματος κοκαλιά με σήκωμα του δεξιού ποδιού στον αέρα πίσω από το αριστερό, κοφτή στητή κίνηση και πίσω με τη πλάτη δεξί – αριστερό – δεξί, αλλαγή βήματος και σταύρωμα του δεξιού μπροστά από το αριστερό στον αέρα με ανασήκωμα του δεξιού γοφού , δηλ. κοκαλιά. Όλοι οι χορευτές συγχρονισμένοι εκτελούν τα βήματα με αρμονικές κινήσεις χωρίς υπερβολές και εξάρσεις που μοιάζουν σαν κύματα ήρεμης θάλασσας, αφήνοντας κάθε κίνηση σα γραφή στο έδαφος. Όπως χαρακτηριστικά λέει το ανάλογο δίστιχο: «Και τσι ζητά να του κλουθά στραταριστά στο ζάλο και κάνει πασπαλιά γερή και κάθισμα μεγάλο ή Περδικοπερπατήματα τση κοπελιάς τα ζάλα, γίνονται στην καρδιά πληγές και βάσανα μεγάλα.»

Μέσα στα δίστιχα της λαϊκής σοφίας περιγράφεται με τον καλύτερο τρόπο όλο το μεγαλείο του ύφους και του χαρακτήρα του χορού. Ο άνδρας, πρωταγωνιστής, καθορίζει τον αριθμό των επαναλήψεων στους απογιαερτούς με προσωπικό στυλ, ακολουθώντας το ύφος της  μουσικής και τη στιγμιαία έμπνευση. Αν κάποια κίνηση άλλαζε από την συνηθισμένη και άρεσε πολύ, την αντέγραφαν και άλλοι χορευτές μερακλήδες και αποτελούσε τοπική παραλλαγή. Όπως ο Μετοχιανός απογιαερτός, αποδίδοντας το στριφογύρισμα του δυνατού αέρα που φυσούσε στην περιοχή.

Πολλές φορές ο καβαλιέρος άλλαζε μέτωπο και χόρευε με πρόσωπο στη ντάμα του ή την έπιανε από τη μέση και χόρευαν δίπλα-δίπλα. Στη θέση αυτή ο χορευτής αυτοσχεδιάζει. Γίνεται και δημιουργός και εκτελεστής ανάγοντας τον αυτοσχεδιασμό σε τέχνη. Δεινοί χορευτές με σάλτο ανέβαιναν και χόρευαν ακόμη και στην πλάτη της καρέκλας του λυράρη.

Ένα άλλο τοπικό χαρακτηριστικό ήταν η αποκουλουρίδα του κύκλου. Ο μπροστινός γυρνώντας εσωτερικά του κύκλου και η ντάμα εξωτερικά περνούσαν, χορεύοντας, όλους τους χορευτές και ξαναέρχονταν μπροστά δίνοντας στη γυναίκα τη δυνατότητα να χορέψει πρώτη ή μόνη. Χαρακτηριστικά δίστιχα λένε:

«Οντε σε δω μεσ’το χορό σα σβίγκα να γυρίζεις, φουνάρα γίνεται η καρδιά, κι ο νους ανατρανίζει.»

«Τη χέρα σου στο κόκαλο σα ρίξεις με καμάρι, τάματα κάνω του Θεού στη μπάντα μου να πάρει.»

Επί τόπου: Η επιτόπου κίνηση αποτελεί μοναδική εκτέλεση στην Επαρχία Σητείας όπου εκεί μόνο τη συναντάμε. Όλοι οι χορευτές, όταν ο πρωτοχορευτής ακολουθώντας το στρώσιμο της μουσικής σταματήσει τους απογιαερτούς, με μέτωπο στο κέντρο του κύκλου, εκτελούν τα έξι βήματα στο ίδιο σημείο. Σε κάθε περιοχή τα επί τόπου βήματα γίνονται με ιδιαίτερο τρόπο, άλλοτε τα πόδια είναι συνεχώς σταυρωτά, άλλοτε κάνουν μια κυματοειδή κίνηση μπροστά στη κοκαλιά. Εδώ φαίνεται σ’όλο το μεγαλείο του το ταλέντο των χορευτών. Κατά περιοχές, ακόμα και το πόσο ταιριαστό χορό κάνει ένα ζευγάρι.

«Χαμαιζανοί χορεύουνε στο γλέντι πάλι απόψε, Θεέ μου και δώστους δύναμη κι απ’άλλους χρόνους κόψε.»

Όσο  περισσότερα «τσαλίμια» έκανε ένας άνδρας ή μια γυναίκα στο χορό της , τόσο μεγαλύτερο θαυμασμό συγκέντρωνε και από τους συγχορευτές και από τον κόσμο που παρακολουθούσε που με ανάλογα δίστιχα υμνούσαν ή καυτηρίαζαν το ταλέντο τους.

«Ποιος ήτανε ο δάσκαλος και ποια τανε η δασκάλα, που σούμαθε το πηδηκτό με τα περίσσα ζάλα.»

«Το σύσμα και το λύγισμα που κάνει στο κορμί τση, είναι το στέμμα που φορεί για τη καταγωγή τση.»

Για τον άνδρα τα χαρακτηριστικά «τσαλίμια» ήταν η πασπαλιά, το κάθισμα και οι στροφές γύρω από τη ντάμα με επαναλαμβανόμενα βαθιά καθίσματα με άνοιγμα και κλείσιμο των ποδιών.

Η αντοχή , η δύναμη, το ύφος, ο αυτοσχεδιασμός συνέθεταν το προσωπικό στυλ.

Για τη γυναίκα η αρχοντιά στην κίνηση, η μεγαλοπρέπεια στο ύφος, ο αέρας στη στροφή, το χαμόγελο στο πρόσωπο, τα μικρά στραταριστά βηματάκια, τα «πάσα» καθώς και το ταλέντο της να συγχρονίζεται με τον καβαλιέρο της σ’ένα αρμονικό σύνολο, αποτελούν τα χαρακτηριστικά της πρωτοχορεύτρας του χωριού που τραγουδήθηκε όσο τίποτα άλλο.

«Μελαχρινό μου πρόσωπο κι ευγενικό μου πάσο, δεν δειλικό τη νιότη μου για σένα να τη χάσω.»

«Τα «πάσα» είναι μικροί πολύπλοκοι χαριτωμένοι βηματισμοί, παραλλαγές στις βασικές κινήσεις του χορού (προέρχονται από την Ιταλική λέξη Passo – βήμα).

«Και σταυρωτά τα πόδια σου κρατείς και γυροφέρνεις και το μυαλό και τη καρδιά χορευταρού μου παίρνεις.»

Όσο τραγουδήθηκε και επαινέθηκε η ομπρός μερά στο τόπο μας, άλλο τόσο τραγουδήθηκε σκωπτικά και η Κουντούρα δηλ. η τέχνη του κουνήματος.

Σε πολλά χωριά, οι τελευταίοι στον κύκλο δε χόρευαν καθόλου, είτε γιατί δεν ήξεραν το χορό, είτε γιατί ήθελαν να πειράξουν με μαντινάδες ανάλογες των προσόντων τους, τους υπόλοιπους χορευτές.

Ποτέ δε, δεν επιτρεπόταν να μείνει γυναίκα στο τέλος του κύκλου κι αν κατά τύχη συνέβαινε, έτρεχε κάποιος άνδρας αμέσως να πιαστεί δίπλα της. Στα μετέπειτα χρόνια στο τέλος του κύκλου έπιαναν τα παιδιά για να εξασκούνται στο χορό.

Τέλος, δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι ο σημαντικότερος παράγοντας για τη μορφοποίηση της χορευτικής πράξης ήταν και είναι το μέτρο της συνοδευτικής μουσικής, μιας και ο ρυθμός είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον παραδοσιακό χορό. Εδώ ακριβώς η γλυκύτητα του ήχου του βιολιού παντρεύεται θαυμάσια με την απαλότητα και την πλαστικότητα των βημάτων και του ύφους του Στειακού πηδηκτού. Για αυτό και χαρακτηρίζεται ένας «ήρεμα» ζωηρός χορός, γιατί αν και ζωηρός δεν είναι επιθετικός, αλλά διακρίνεται για την ηρεμία και τη γλυκύτητά του. Εξάλλου και οι χορευτικές φιγούρες, όπως ήδη είπαμε, είναι ζευγαρωτές και λιγότερο ατομικές, και δίνουν στο χορό ένα χαρακτήρα περισσότερο ρομαντικό, σχεδόν ονειρεμένο, βγαλμένο από τα εσώψυχα των πρώτων χορευτών και τις ρίζες των παραδόσεών μας.

Η παρέμβαση του Στρατή Καλογερίδη είναι εδώ, μοναδική και καθοριστική για το συνδυασμό διαφόρων μουσικών ακουσμάτων παραδοσιακών με νέες επιστημονικές συνθέσεις που απογειώνουν τους χορευτές και ενθουσιάζουν το κοινό, ντόπιο και ξένο κάθε φορά που τις απολαμβάνουμε στο βιολί.

Φίλες και φίλοι,

Επιτρέψτε μου κλείνοντας να εκφράσω μια ευχή

Μετά από τόσα χρόνια ζωντανής προφορικής χορευτικής παράδοσης, συνθήκης ικανής και απολύτως αναγκαίας για την καταγραφή και μελέτη της ιδιαιτερότητας του τοπικού μας χορού,  πρέπει και ο Στειακός πηδηκτός μας να μελετηθεί ιδιαίτερα όπως του αξίζει και να καταγραφεί στα βιβλία των παραδοσιακών χορών της Κρήτης. Ο λαός δύσκολα υιοθετεί νέους χορούς σε αντίθεση με τη μουσική και το τραγούδι, διότι εδώ απαιτείται η συμμετοχή του μεγαλύτερου τμήματος της τοπικής κοινότητας. Απαιτείται ένα ισχυρό ιστορικολαογραφικό υπόβαθρο. Και αυτό το υπόβαθρο υπάρχει από το παρελθόν για το Στειακό χορό.

Ας ευχηθούμε, μαζί απόψε να μεγαλώσει το ενδιαφέρον και η συμμετοχή του κόσμου και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων, ώστε ο Σητειακός να συνεχίσει να χορεύεται σωστά και να διασωθεί στο παρόν και το μέλλον. Έχουμε ευθύνη όλοι μας να κρατηθεί ζωντανός χορός στη ζωή των παιδιών μας.