13/8/2010 Ομιλία της κ. Δώρας Ξενιδάκη ''Ο Στρατής Καλογερίδης και η συμβολή του στη βιολιστική παράδοση στης Σητείας''

13/08/2010 10:33  -  976 αναγνώσεις

 

Η πολιτιστική παράδοση της πόλης μας, όπως όλοι γνωρίζουμε είναι πλούσια σε μουσική, χορό και τραγούδι, για αυτό πάντα το ενδιαφέρον για την ιδιαιτερότητα και τον πλούτο της μουσικοχορευτικής παράδοσης της ιδιαίτερης πατρίδας μας είναι, και πρέπει να είναι, ιδιαίτερα μεγάλο. Όλοι εμείς, μεγαλύτεροι και νεότεροι, και ιδιαίτερα όσοι ασχολούμαστε με το μουσικοχορευτικό πλούτο  της Σητείας, αναγνωρίζουμε βαρύ και ταυτόχρονα τιμητικό το χρέος να διασώσουμε, να μελετήσουμε, να διδάξουμε σωστά και να προβάλλουμε τις ιδιαιτερότητες που έχει η λυρική μουσική παράδοσή μας σε σχέση με την υπόλοιπη Κρήτη. Και για αυτό επιπλέον το λόγο οφείλουμε θερμές ευχαριστίες στο Δήμο Σητείας που πήρε αυτήν την πρωτοβουλία μέσα σε μια δύσκολη και αντιπνευματική εποχή, με στόχο να  κρατήσει ζωντανό και αμείωτο το ενδιαφέρον όλων μας για τη γνήσια μουσική παράδοση του τόπου μας.

Σήμερα αποδίδουμε φόρο τιμής στο μεγάλο βιολιστή Στρατή Καλογερίδη! Συμπληρώθηκαν φέτος τον Ιούλιο 50 χρόνια από το θάνατο του Μεγάλου Μουσικού και αυτό το χρονικό ορόσημο έγινε αφορμή να αναλογιστούμε πόσο σημαντική υπήρξε η συμβολή του στη μουσική παράδοση της Ανατολικής Κρήτης και ταυτόχρονα να προβληματιστούμε πόσο άξιοι διάδοχοι και συνεχιστές αυτής στεκόμαστε.  Στη σύντομη αυτή ανασκόπηση που σήμερα επιχειρούμε, αντλούμε πολύτιμο υλικό από ένα μικρό αλλά – ευτυχώς - δυνατό πυρήνα ντόπιων συγγραφέων που μελετούν και συγκεντρώνουν εμπειρικά στοιχεία από την τοπική κοινωνία, αλλά και Κρητικών πανεπιστημιακών δασκάλων που ερευνούν τη μουσική της Ανατολικής Κρήτης.

Πρώτος ο Σητειακός ριμαδόρος Κωστής Φραγκούλης-Ανταίος ξεχωρίζει τη Σητειακή μουσική μέσα στην Κρήτη και αναφέρει τις σημαντικότερες ιδιαιτερότητές της. Είναι:

 

v    «H ελαφράδα, ο λυρισμός, ο ρομαντισμός.

v    H συγγένεια με τη μουσική της Δωδεκανήσου και της NΔ.   Mικράς Ασίας.

v    Tο νταούλι (κρουστό) ως συνοδευτικό (μαζί με το λαούτο) της λύρας.

v     Τα γερακοκούδουνα (μικρά κουδούνια) που κρέμονται στο δοξάρι.

v    H κιθάρα συχνά στη θέση του λαούτου.

v    H έντονη παρουσία του βιολιού.

v    Η συμμετοχή των χορευτών στο τραγούδι κατά τη διάρκεια του χορού».

 

Σχετικά με τα μουσικά όργανα της περιοχής, ελάχιστοι είναι δυστυχώς οι σύγχρονοι μελετητές που ασχολήθηκαν με την καταγραφή τους διαχρονικά στην περιοχή της Σητείας, και έτσι, τα πρώτα στοιχεία που γνωρίζουμε, έρχονται από την εποχή της Ενετοκρατίας, για να μας δείξουν ότι μέχρι τις μέρες μας, η μουσικοχορευτική παράδοση του τόπου μας δέχτηκε πολλαπλές και πλούσιες επιδράσεις από πολλά όργανα με σημαντικότερα : το λαούτο, το μαντολίνο, την ασκομαντούρα, την κιθάρα, το νταουλάκι, τη λύρα και φυσικά το βιολί. Άλλα από αυτά κυριάρχησαν και άλλα έδωσαν το στίγμα τους λιγότερο ή περισσότερο στο Στειακό μουσικό στερέωμα. Άλλα, εγκαταλείφθηκαν στο πέρασμα των εποχών, είτε γιατί ήταν δύσκολη η κατασκευή τους, όπως η ασκομαντούρα, είτε γιατί η περιοχή δέχτηκε έντονες επιδράσεις από τη μουσική και τα μουσικά όργανα άλλων περιοχών της Κρήτης. Στους στίχους του Ερωτόκριτου, συγκεκριμένα, συναντάμε για πρώτη φορά το λαγούτο, ένα μουσικό όργανο που αναφέρεται ως το όργανο του νυχτερινού τραγουδιού του Ερωτόκριτου, της μεταγενέστερης «καντάδας», η οποία, έγινε αργότερα, όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι, το αναπόσπαστο κομμάτι του γλεντιού των Σητειακών, ως η αντιπροσωπευτικότερη έκφραση ρομαντικής διάθεσης και υψηλών, ευγενικών αισθημάτων στα σοκάκια και τις στράτες της παλιάς Σητείας.  

Όσον αφορά το βιολί, οι πρώτες μαρτυρίες για την εμφάνισή του στην Ανατολική Κρήτη αντλούνται από τη «Διήγηση διά στίχων του δεινού Kρητικού Πολέμου» του Mαρίνου Tζάνε Mπουνιαλή, που γράφτηκε και εκδόθηκε το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Το βιολί, στην Ανατολική Κρήτη μοιάζει να ήρθε από την Ιταλία, από όπου πήρε την τελική του μορφή, περίπου στα τέλη της Ενετικής κατοχής, τέλη του 17ου αιώνα και, σε σύμπραξη με το λαούτο, το οποίο και αντικατέστησε προοδευτικά, σφράγισε τη μουσική παράδοση της περιοχής μας. 

Στη Σητεία, το βιολί αγαπήθηκε ιδιαίτερα και τελικά καθιερώθηκε, κυρίως για τους εξής  λόγους:

 

              1. Την περιοχή χαρακτήρισε ο λυρισμός και ο ρομαντισμός σε όλες τις μορφές Τέχνης, κατάλοιπα προφανώς της Ενετοκρατίας και του «Ερωτόκριτου», που τελικά έγιναν τα κύρια ιδιαίτερα γνωρίσματα της Μουσικής δημιουργίας σε όλη την Ανατολική Κρήτη.

  2. Το βιολί συνόδευε γλυκά και αρμονικά την αγαπημένη συνήθεια της νυχτερινής καντάδας των Στειακών, που όπως είπαμε παραπάνω από πολύ παλιά εξέφραζε τη λεπτότητα και την ευαισθησία των κανταδόρων, και πάνω στην οποία  εξελίχθηκε περισσότερο τεχνικά. Με το βιολί, το οποίο συνοδεύει εξαίσια η κιθάρα, γλυκαίνει η μελωδία και κάνει το νέο που τραγουδά στην κοπελιά, να δίνει άλλη διάσταση στο τραγούδι του, στο αίσθημα και στο ρομαντισμό του.

    3. Το βιολί εξ άλλου ήταν το μουσικό όργανο με το οποίο γεννήθηκαν οι περίφημες «Στειακές κοντυλιές», οι οποίες χαρακτηρίζουν την περιοχή της Σητείας.

Με τον όρο «κοντυλιές» εννοούμε ολοκληρωμένα μουσικά κομμάτια ή κατά μία διαφορετική διατύπωση, «κοντυλιές» είναι μικρά μουσικά κομμάτια όσο η μισή φράση μιας μαντινιάδας. Είναι δημιούργημα του λαού της και πολλές από αυτές υπήρχαν από την εποχή του Βιτσέντζου Κορνάρου.

  1. Και τέλος, σημαντικός παράγοντας για την καθιέρωση του βιολιού στη Σητεία ήταν κατά τον περασμένο αιώνα, η συνήθης προσφιλής και συχνά αυθόρμητη ενασχόληση των ντόπιων καλλιτεχνών με το βιολί, η οποία γνώρισε κορυφαία έκφραση και λαμπρό επιστέγασμα στην κυρίαρχη Μουσική φυσιογνωμία του Στρατή Καλογερίδη, ο οποίος ανέδειξε το βιολί σε κύριο μουσικό όργανο της περιοχής μας / της Σητείας και επηρέασε καταλυτικά τη μουσική όλης της Κρήτης.

 

Ιδιαίτερα τιμητική μνεία ανήκει λοιπόν, στο μεγάλο αυτό βιολάτορα της Σητείας, ο οποίος θεωρείται ο σημαντικότερος εκτελεστής βιολιού  της Κρήτης.

Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου να πω ότι είναι μεγάλη μας η χαρά, που στην εκδήλωσή μας απόψε παρευρίσκεται ο ανιψιός του Καλογερίδη, ο κύριος Βαγγέλης Μπελιμπασάκης και σε λίγο θα έχουμε την τύχη να τον ακούσουμε να αποδίδει τη μουσική του θείου του με τον πιο πιστό τρόπο.

     Ας δούμε όμως ποιός ήταν ο Στρατής Καλογερίδης.

Ο Στρατής Καλογερίδης γεννήθηκε στη Σητεία το 1883. Πατέρας του ήταν ο Μανόλης Καλογερίδης από τον Ξυδά Καστελλίου Πεδιάδας Ηρακλείου, με σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μητέρα του η Άννα Τσαγκαράκη από τη Μυρσίνη Σητείας.Ο πατέρας του Μανόλης Καλογερίδης, διορίστηκε βοηθός Σχολάρχη στη Σητεία, ενώ, μετά τη λήξη της θητείας του στο Σχολαρχείο, διορίστηκε Τελώνης Σητείας.
Ο Στρατής Καλογερίδης ήταν το μεγαλύτερο τέκνο της οικογένειας. Ακολουθούν τα αδέλφια του Μαρίκα, Θεόκριτος, Γεωργία και Βαγγέλης.

Στην παιδική του ηλικία ο Καλογερίδης, είχε δείξει έντονα δείγματα ταλέντου στη μουσική. Για το λόγο αυτό, ο πατέρας του, του αγόρασε ένα μαντολίνο. Σε σύντομο χρόνο έμαθε να παίζει σ’ αυτό κοντυλιές.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, με την προτροπή του πατέρα του Μανόλη Καλογερίδη έφυγε για την Τουλώνα της Γαλλίας, όπου εκεί ήταν εγκαταστημένη η αδελφή της μητέρας του Κατερίνα, για να σπουδάσει Χημεία. Όμως στην πορεία, τον κέρδισε το πεντάγραμμο και αντί Χημείας παρακολούθησε μουσική στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού. Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι πριν αναχωρήσει για τη Γαλλία, είχε γαλουχηθεί με τη μουσική παράδοση της Σητείας. Την περίοδο εκείνη μεσουρανούσαν οι κοντυλιές του Φοραδάρη από τη Ζήρο.

               Γεννημένος λοιπόν, μουσικός, μεγαλωμένος μέσα σε ανθρώπους με πηγαία μουσική φλέβα, αποκτά βιώματα, τα οποία μαζί με τις γνώσεις που αποκόμισε, θα γίνουν ρυθμοί, ήχοι, χρώμα και ύφος που θα επηρεάσουν ανεξίτηλα τη μουσική της Κρήτης. Ασχολήθηκε με πάθος με την Κρητική μουσική και ιδιαίτερα με τις ρίζες της, που ύστερα από πολλή έρευνα, τις εντόπισε στην πανάρχαια Πυρρίχια μουσική, ρίζες, συγγενείς των μοτίβων της Ανατολικής Κρήτης.

Το 1915 ήρθε στο Ηράκλειο όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα  και ασχολήθηκε βιοποριστικά ως φωτογράφος στο προάστιο Πόρος.

       Μετά την εγκατάστασή του στο Ηράκλειο, θα συνεχίσει την επαφή του με τους λαϊκούς οργανοπαίχτες της περιοχής των νομών Λασιθίου και Ηρακλείου από τους οποίους  συλλέγει παραδοσιακές κοντυλιές, από λύρες, βιολιά μαντολίνα αλλά και ασκομαντούρες και αφιερώνει πολύ χρόνο στην επεξεργασία αυτού του μουσικού υλικού. Τις πληροφορίες που έπαιρνε ακουστικά από τους λαϊκούς καλλιτέχνες της υπαίθρου, τις μετέφερε στο βιολί του πρακτικά, διαμόρφωνε το δικό του μουσικό κομμάτι για κάθε «σκοπό – κοντυλιά» που μετά έφερε την προσωπική του μουσική σφραγίδα  και τη σημείωνε μουσικά σε παρτιτούρες πρώτης σύνθεσης.

Από το υλικό αυτό, θα προκύψουν μεταγενέστερα τα παρακάτω έργα του:

1. Σε παρτιτούρες μουσικά κομμάτια από κοντυλιές πρωτότυπες και διασκευασμένες. Επίσης πρωτότυπες μελωδίες.

2. Με βάση το παραπάνω υλικό και συμπληρωματικές  μουσικές προσθήκες και νέες συνθέσεις, δημιουργείται το τελειότερο από τα μουσικά έργα του σε κοντυλιές τραγουδιστικές και χορευτικές. Το μουσικό αυτό έργο δισκογραφήθηκε σε δίσκους των 75 στροφών.

Για πολλά χρόνια, διεύθυνε τη Φιλαρμονική του Δήμου Ηρακλείου και την ανέβασε σε επίπεδο μεγάλης ορχήστρας. 

Οι παρτιτούρες του, χάρη στη μέριμνα της κόρης του Αλίκης, διασώθηκαν και συγκεντρώθηκαν από το Δήμο Ηρακλείου, για να εκδοθούν σε βιβλίο το 1985. Σήμερα  βρίσκονται συγκεντρωμένες στη Βικελαία Βιβλιοθήκη.

Ο Στρατής Καλογερίδης υπήρξε ο πρώτος έντεχνος Κρητικός μουσικός και ο πρώτος κρητικός μουσικός και συνθέτης που έγραψε Κρητική μουσική σε παρτιτούρες. Σήμερα, θεωρείται κλασσικός και ο σημαντικότερος εκτελεστής βιολιού που έχει βγάλει ποτέ η Κρήτη. Οι «κοντυλιές Καλογερίδη» έγιναν μέτρο σύγκρισης για όλους τους βιολάτορες. Το βιολί, επικράτησε σαν πρώτο όργανο σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Κρήτης και φυσικά στην πατρίδα του, μετά το 1930 και βασικό ρόλο έπαιξε η παρουσία του και η συμβολή του στην εξέλιξη της κρητικής μουσικής. Είναι εμφανείς ακόμα και σήμερα οι μουσικές του παρεμβάσεις. Το όνομά του λοιπόν, συνδέθηκε ανεξίτηλα με τη μουσική της Ανατολικής Κρήτης απ’ όπου κυρίως άντλησε τις μουσικές του ιδέες. Ιδιαίτερη σημασία, έχει ο τρόπος που οι λαϊκοί καλλιτέχνες αφομοίωσαν τη μουσική του. Ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να παίζουν τις συνθέσεις του, συμβάλλοντας ώστε να καθιερωθεί, ως λαϊκός βάρδος της Κρήτης, όπως έγραψε ο αείμνηστος  Καθηγητής Μουσικολογίας του Παν/μίου Αθηνών, Γ. Αμαριανάκης. 

Ο Στρατής Καλογερίδης στα μέσα της δεκαετίας του 50, προσεβλήθη από καρκίνο και αναγκάστηκε να φύγει για θεραπεία στην Αθήνα. Αντιμετώπισε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και υποχρεώθηκε να αποχωριστεί ένα από τα δύο βιολιά που είχε πουλώντας το στο ευτελές ποσό των 7.000 δραχμών. Το δεύτερο βιολί του βρίσκεται σήμερα στα χέρια του φίλου του Μιχάλη Σφακιανάκη. Πέθανε τον Ιούλιο του 1960 στον Πειραιά και ετάφη στο νεκροταφείο της Καλλιθέας.

Το 2005, τα οστά του μεταφέρθηκαν στο κοιμητήριο της Σητείας, όπου με δαπάνη του Δήμου κατασκευάστηκε ο τάφος του Στρατή Καλογερίδη.

Η καταξίωση και καθιέρωση του βιολιού στην περιοχή οφείλεται κατά πολύ στην προσωπικότητά του. Πολλοί ντόπιοι καλλιτέχνες ακολούθησαν την πορεία του και, σαν αποτέλεσμα αυτού, το βιολί, διαθέτει φανατικούς υποστηρικτές, οι οποίοι σήμερα δεν αποδέχονται τη λύρα ως κύριο όργανο της περιοχής. Στη μουσική ιστορία της Κρήτης άλλωστε, το βιολί και η λύρα, μάχονται στο πέρασμα των χρόνων κι άλλοτε το ένα, άλλοτε το άλλο, παλεύουν για την πρωτοκαθεδρία. Δεν είναι λίγοι εξ’ άλλου αυτοί που υπερασπίζονται ακράδαντα το ένα ή το άλλο όργανο και αναφέρουν μνήμες και θύμησες από το παρελθόν και τα παιδικά τους χρόνια.  Κανένας ωστόσο «ειδικός» που ασχολήθηκε με την περιοχή και τη μουσική συνδρομή της Ανατολικής Κρήτης δεν αρνείται, ότι το βιολί ήταν το κυρίαρχο μουσικό όργανο της περιοχής.

Και όπως σημειώνει ένας σύγχρονός μας μελετητής του μεγάλου βιολάτορα Καλογερίδη, ο Ηλίας Οικονομάκης, «αυτό το αυτόφωτο αστέρι που έμελλε να φωτίσει παρελθόν και μέλλον της Μουσικής της Ανατολικής Κρήτης μας παρέδωσε ένα θησαυρό παραδοσιακής μουσικής με μεγάλη ποικιλία ακουσμάτων που αποπνέει πολιτισμό και αισθήματα και αυτή είναι η προσφορά του στον ευρύτερο χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας του.»

      Από αυτό το αστέρι άντλησαν φως πάρα πολλοί σύγχρονοί του και μεταγενέστεροι βιολάτορες που άφησαν το στίγμα τους στη μουσική παράδοση της Σητείας και ενίσχυσαν περαιτέρω με την ξεχωριστή συμβολή του ο καθένας την υπερίσχυση του βιολιού στην περιοχή. Ανάμεσα σε αυτούς αναφέρουμε το Μιχαήλ Καλομενόπουλο (1835-1920), το Σολιδάκη Γιάννη ή Κιρλίμπα, (1894-1977), τον Παπαχατζάκη Γιάννη ή Στραβογιαννιό γιατί ήταν τυφλός (1904-1997), τον Παντελή Μπαριταντωνάκη, τον Παπαδάκη Γιώργο, το Λαγουδάκη Μιχάλη, και βέβαια τον γνωστό βιολάτορα (αλλά συγχρόνως λυράρη και ποιητάρη) Γιάννη Δερμιτζάκη ή Δερμιτζογιάννη, (1907-1984) του οποίου η προσφορά και η συμβολή στη Σητειακή παραδοσιακή μουσική είναι τεράστια.

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Στις μέρες μας, το βιολί ως μουσικό όργανο, σπάνια κάνει την εμφάνισή του στις χορευτικές εκδηλώσεις της περιοχής μας. Οι παλιοί βιολάτορες, μεγάλοι σε ηλικία πια, δύσκολα παίρνουν την απόφαση να παίξουν, μια και έχει αλλάξει όλη η διαδικασία της παρέας και του γλεντιού. Οι νεώτεροι, μαθαίνουν και παίζουν περισσότερο λύρα, ακολουθώντας την τάση στη μουσική παράδοση του νησιού τα τελευταία χρόνια που δείχνει να επικρατεί η λύρα έναντι του βιολιού. Πρόκειται για σημείο των καιρών που οφείλεται αφενός στο υψηλό κόστος που απαιτεί η κατασκευή και κατά συνέπεια η απόκτηση του βιολιού και αφετέρου στη μαζική και ανεξέλεγκτη εξάπλωση της εμπορικής μουσικής έναντι της γνήσιας παραδοσιακής. Δυστυχώς οι βιολάτορες είναι πολύ λίγοι και οι «καλοί παραδοσιακοί» βιολάτορες ακόμα λιγότεροι. Η λύρα κυριαρχεί στις μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις της περιοχής, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις κι αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο που θα πρέπει απαραίτητα να ανησυχεί. Αρκεί να μην χάνονται οι ρίζες και οι καταβολές ενός τόπου. Να ακολουθούνται τα μουσικά μονοπάτια της περιοχής, τα οποία μας οδήγησαν σε μια πλούσια μουσική παράδοση, ιδιαίτερη από αυτή της υπόλοιπης Κρήτης. Ο κάθε μουσικός που ακολουθεί «ζυγιές» όχι παραδοσιακές (βιολί-κιθάρα, ή λύρα-λαούτο, ή λύρα-λαούτο-νταουλάκι) αλλά ζυγιές «αυτοσχεδιασμού, μια και σήμερα ο κάθε μουσικός αυτοσχεδιάζει όσον αφορά τα όργανα που θα αποτελέσουν το μουσικό του συγκρότημα και επιλέγει μεταξύ της λύρας, του λαούτου, της κιθάρας, του νταουλιού και δυστυχώς πολλές φορές του συνθεσάιζερ, θα πρέπει να μην  επαναπαύεται. Να ερευνά, να ψάχνει, να μαθαίνει για τις καταβολές της μουσικής του τόπου του. Και φυσικά να τις μεταδίδει.

 Η «βιολιστική» παράδοση της Σητείας, όπως καταξιώθηκε μέσα από το αξεπέραστο έργο του Στρατή Καλογερίδη, έδωσε ένα διαφορετικό χρώμα και ύφος στη μουσική του τόπου μας, και έκανε την περιοχή μας να ξεχωρίσει. Η ευθύνη για τη συνέχιση αυτής της κληρονομιάς βαραίνει όλους μας ιδιαίτερα σε μια εποχή αλλαγών και κρίσης.

Οι ραγδαίες μεταβολές που συντελούνται σήμερα στον τρόπο ζωής παρασύρουν σε ραγδαίες μεταβολές τη μουσική μας παράδοση αλλά και την ευρύτερη έννοια του πολιτισμού. Μέσα στη γενικότερη κρίση που χαρακτηρίζει την εποχή μας, η ανάγκη για επαγρύπνηση και προβληματισμό μεγαλώνει. Ας προσπαθήσουμε να φιλτράρουμε τις επιδράσεις και τις επιρροές που δεχόμαστε και ας κρατήσουμε τα στοιχεία εκείνα που θα μας διατηρήσουν γνήσιους και ποιοτικούς.  Για να μην αφήσουμε τα βιολιά να σιγήσουν . . .